θύελλα

θύελλα
η
1. άγρια βροχή με δυνατό αέρα.
2. μτφ., ταραχή, διέγερση: Προκάλεσε θύελλα με τα λόγια του.
3. γεγονός καταστρεπτικό, πόλεμος: Προμηνύεται θύελλα. – Ξέσπασε θύελλα.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • θυέλλα — θυέλλᾱ , θύελλα hurricane fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύελλα — hurricane fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύελλα — ἡ (ΑΜ θύελλα, Μ και θυέλλη) 1. σφοδρός άνεμος με βροχή, καταιγίδα, μπόρα (α. «κακὴ ἀνέμοιο θύελλα» β. «πυρὸς δ ὀλοοῑο θύελλαι» καταιγίδες με βροντές και κεραυνούς, Ομ. Ιλ.) 2. μτφ. ταραχή, σύγχυση, αναστάτωση νεοελλ. 1. μτφ. καταστροφή,… …   Dictionary of Greek

  • θυέλλας — θυέλλᾱς , θύελλα hurricane fem acc pl θυέλλᾱς , θύελλα hurricane fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θύελλ' — θύελλα , θύελλα hurricane fem nom/voc sg θύελλαι , θύελλα hurricane fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυελλῶν — θύελλα hurricane fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυέλλαις — θύελλα hurricane fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυέλλαισιν — θύελλα hurricane fem dat pl (epic ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυέλλης — θύελλα hurricane fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • θυέλλῃ — θύελλα hurricane fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”